Το “white collar crime” και οι προσωρινές κρατήσεις

του Θεόδωρου Π. Μαντά*

Το οικονομικό έγκλημα αποτελεί μία νέα μορφή εγκληματικότητας, η οποία εντάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας του Ποινικού Κώδικα και προσδιορίζεται συνήθως με βάση το αντικείμενο του εγκλήματος ως «η επιδίωξη και επίτευξη μεγάλου, άμετρου οικονομικού οφέλους με αντίστοιχα μεγάλη βλάβη πολλών».

Αναφέρεται δε πολλές φορές και ως “white collar crime” (εγκλήματα του λευκού κολάρου), προσδιορίζοντας το υποκείμενο του εγκλήματος ως άτομο ανώτερης κοινωνικοοικονομικής τάξης, που προβαίνει σε παράνομες πράξεις στο πλαίσιο των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων.

Ενδεικτικά, κάποια αδικήματα που μπορούν να ενταχθούν στην έννοια του οικονομικού εγκλήματος είναι οι τελωνειακές παραβάσεις, το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος, η παράνομη λήψη επιχορηγήσεων και επιδοτήσεων από ευρωπαϊκά κονδύλια (απάτη σε βάρος της ΕΕ), η απάτη, τα χρηματιστηριακά αδικήματα, η δωροδοκία (παθητική και ενεργητική), οι ενέργειες αθέμιτου ανταγωνισμού, το ηλεκτρονικό έγκλημα, το έγκλημα στο διαδίκτυο.

Τα περισσότερα από τα οικονομικά εγκλήματα είναι κακουργήματα, αφού ο νόμος απειλεί γι’ αυτά ποινή καθείρξεως και κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος οδηγείται στον ανακριτή, ο οποίος με τη σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα αποφασίζει μετά την απολογία του κατηγορουμένου για την επιβολή προσωρινής κρατήσεως ή περιοριστικών όρων.

Πράγματι, η επαχθέστερη ανακριτική πράξη, η οποία χρονικά έπεται της απολογίας του κατηγορουμένου ενώπιον του ανακριτή, είναι αναμφισβήτητα η προσωρινή κράτηση αυτού, δηλαδή η στέρηση της προσωπικής του ελευθερίας για ορισμένο χρονικό διάστημα πριν από την εκδίκαση της κατηγορίας εναντίον του.

Η δυνατότητα λήψης ενός τόσο επαχθούς μέτρου δικονομικού καταναγκασμού θεμελιώνεται στο άρθρο 6 του Συντάγματος καθώς και στο άρθρο 5 παρ.3 περ. γ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Σήμερα, με την τροποποίηση που έχει επέλθει στη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 282 ΚΠΔ με το άρθρο 24 του Ν. 3811/2009 και πλέον με το άρθρο 31 του Ν. 4055/2012, έχουν αναδιατυπωθεί τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις επιβολής ή διατήρησης της προσωρινής κράτησης.

Συγκεκριμένα, όσον αφορά στον κίνδυνο φυγής, η κατάφαση της ύπαρξής του πρέπει να συνδέεται και να προκύπτει διαζευκτικά από τη μη ύπαρξη γνωστής διαμονής του κατηγορουμένου στη χώρα, από το ότι αυτός έχει προβεί σε προπαρασκευαστικές της φυγής του ενέργειες, από το ότι έχει υπάρξει στο παρελθόν φυγόδικος ή φυγόποινος και από το ότι έχει κριθεί ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής.

Όσον αφορά δε στον κίνδυνο τέλεσης νέων αδικημάτων, που παλιά συνδεόταν με τον αξιολογικό και αόριστο όρο του «ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη» και είχε οδηγήσει στη διατύπωση του κριτηρίου των «ειδικώς μνημονευόμενων πραγματικών περιστατικών της προηγούμενης ζωής» του δράστη, η κατάφασή του θα πρέπει συνδέεται με την ύπαρξη προηγούμενων αμετάκλητων καταδικών για κακούργημα ή στην περίπτωση εγκλήματος που τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη ή μετά την εφαρμογή του N. 4055/2012 και στις περιπτώσεις όπου το έγκλημα τελέστηκε κατ’ εξακολούθηση ή στο πλαίσιο εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή όταν υπάρχει μεγάλος αριθμός παθόντων από αυτό, με βάση τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης.

Περαιτέρω, η παράγραφος 3 του άρθρου 24 του N. 3811/2009 έχει αντικαταστήσει το άρθρο 296 ΚΠΔ, προσδιορίζοντας εκ νέου τον σκοπό επιβολής περιοριστικών όρων, ο οποίος πλέον συνίσταται στο «να αποτραπεί ο κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων και να εξασφαλιστεί ότι εκείνος στον οποίο επιβλήθηκαν θα παραστεί οποτεδήποτε στην ανάκριση ή στο δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της απόφασης».

Θα πρέπει δε να τονιστεί ότι προκειμένου για την επιβολή προσωρινής κρατήσεως θα πρέπει ρητά, ειδικά και εμπεριστατωμένα να αιτιολογείται για ποιους λόγους στη συγκεκριμένη περίπτωση η επιβολή περιοριστικών όρων δεν ήταν πρόσφορη για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 296 ΚΠΔ και στη συνέχεια να αιτιολογείται η διαπίστωση συνδρομής των προϋποθέσεων προσωρινής κράτησης.

Η προσωρινή κράτηση στα οικονομικά εγκλήματα σε τίποτα δεν διαφέρει από την προσωρινή κράτηση για τα αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου και πρέπει να διατάσσεται εξαιρετικά, αποτελώντας το τελευταίο δικονομικό μέτρο (ultimum refugium), αφού πρώτα εξαντληθεί η εκτίμηση όλων των περιοριστικών όρων που προβλέπονται.

Σε όσα από αυτά λοιπόν η επαπειλούμενη ποινή είναι έως δέκα έτη θα πρέπει να επιβάλλεται μόνο στην περίπτωση όπου υπάρχουν άλλες αμετάκλητες καταδίκες για κακούργημα, ενώ στην περίπτωση των οικονομικών εγκλημάτων που τιμωρούνται με ισόβια κάθειρξη, όπως αυτών που συνδέονται με κατάχρηση δημοσίου χρήματος (Ν. 1608/50) ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη και μόνο αν οι περιοριστικοί όροι δεν αρκούν, με βάση τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης.

Βέβαια, με την τροποποίηση που επέφερε ο N. 4055/12, τα νέα αντικειμενικά κριτήρια (μεγάλος αριθμός παθόντων, κατ’ εξακολούθηση έγκλημα) τα σχετιζόμενα με τον κίνδυνο τέλεσης νέων εγκλημάτων, τα οποία θα μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής ιδιαίτερα στα οικονομικά εγκλήματα, είναι ασαφή και αόριστα, και ελλοχεύει ο κίνδυνος να εφαρμοστούν στην πράξη ως επαρκείς και όχι όπως επιδιώκει ο νομοθέτης ως απλώς αναγκαίοι όροι για την πιθανολόγηση της τελέσεως νέων εγκλημάτων.

_____________________________________
* To παρόν κείμενο του κ. Θεόδωρου Π. Μαντά δημοσιεύτηκε στο www.euro2day.gr στις 15 Φεβρουαρίου 2013