Προσωρινή κράτηση – ο Nόμος 3811/2009

του Θεόδωρου Π. Μαντά*

Η επαχθέστερη ανακριτική πράξη η οποία χρονικά έπεται της απολογίας του κατηγορουμένου ενώπιον του ανακριτή, είναι αναμφισβήτητα η προσωρινή κράτηση αυτού, δηλαδή η στέρηση της προσωπικής του ελευθερίας για ορισμένο χρονικό διάστημα πριν από την εκδίκαση της κατηγορίας εναντίον του.

Ι.  Ο ΘΕΣΜΟΣ 

Η δυνατότητα λήψης ενός τόσο επαχθούς μέτρου δικονομικού καταναγκασμού, θεμελιώνεται στο άρθρο 6 Σ. καθώς και στο άρθρο 5 παρ.3 περ. γ της ΕΣΔΑ. Παρόλα αυτά η επιβολή του εν λόγω μέτρου εκτός από τα δυσμενή αποτελέσματα, τα οποία επιφέρει κάθε στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, όπως κυρίως η αποκοπή του κατηγορουμένου από την οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή του, καθώς και η επερχόμενη βαρύτατη προσβολή της προσωπικότητάς του, έρχεται σε θεμελιακή αντίφαση με το τεκμήριο της αθωότητας, αντίφαση που λαμβάνει δραματικό χαρακτήρα ιδίως στις περιπτώσεις που ο στερούμενος την προσωπική του ελευθερία μετέπειτα αθωώνεται από την κατηγορία εναντίον του. Ωστόσο οι περισσότερες νομοθεσίες αποδέχονται τον δικονομικό αυτό θεσμό ως «αναγκαίο κακό», επιδιώκοντας όμως να περιορίσουν κατά το δυνατόν τις δυνατότητες επιβολής του και να συντομεύσουν την χρονική διάρκεια της κράτησης.

Ακολουθώντας τη σύγχρονη αυτή τάση και ο Έλληνας νομοθέτης, προσπάθησε με τις εκάστοτε νομοθετικές μεταβολές να εναρμονιστεί με το γενικότερο αίτημα να καταστεί η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας κατά τη διάρκεια της προδικασίας εντελώς εξαιρετικό μέτρο. Έτσι η προσωρινή κράτηση, όπως ονομάζεται πια η αντίστοιχη ανακριτική πράξη αντί του παλαιού όρου «προφυλάκιση», θα πρέπει να αποτελεί το τελευταίο δικονομικό μέτρο στο οποίο θα καταφεύγει ο δικαστής, αφού προηγουμένως εξαντληθεί η εκτίμηση όλων των προβλεπόμενων από τη διατύπωση του άρθρου 282, παρ 2 ΚΠΔ περιοριστικών όρων και κριθεί ότι αυτοί δεν επαρκούν προκειμένου να διασφαλίσουν την παρουσία του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο αυτός θα παραπεμφθεί.

ΙΙ. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Επιχειρώντας μια συνοπτική αναδρομή στην ιστορική εξέλιξη του θεσμού της προσωρινής κράτησης, αξίζει να σταθούμε στον Ν.1128/1981, με τον οποίο επέρχεται ριζική αναμόρφωση του θεσμού. Με τη νέα πια ρύθμιση, ο όρος «προφυλάκιση» αντικαθίσταται με τον άχρωμο αξιολογικά τεχνικό όρο της «προσωρινής κράτησης», έτσι ώστε να γίνεται εμφανές ότι το νεορρυθμιζόμενο μέτρο πρέπει να απεκδυθεί τον χαρακτήρα της προ-ποινής και να μην επιτελεί πλέον καμία προτιμωρητική λειτουργία. Επιπλέον, η προσωρινή κράτηση εντάσσεται πλέον σε ένα σύστημα περιοριστικών όρων επιβαλλομένων στον κατηγορούμενο, με τους οποίους επεδιώκετο η εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορουμένου κατά τη συνέχεια της διαδικασίας, η πρόληψη τέλεσης νέων εγκλημάτων (πλημμελημάτων, κακουργημάτων), και η εξουδετέρωση του κινδύνου που ενσαρκώνει ο ίδιος ο κατηγορούμενος όταν κρίνεται «ιδιαίτερα επικίνδυνος». Το μέτρο της προσωρινής κράτησης επιβάλλεται πια εξαιρετικά, εφόσον κρίνεται απόλυτα αναγκαίο και με τη προϋπόθεση ότι η επίτευξη των ανωτέρω στόχων δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί με κάποιο ηπιότερο περιοριστικό όρο. Επιπρόσθετα εισάγεται ένα ορθολογικό σύστημα «άρσης ή αντικατάστασης» σε κάθε περίπτωση που θα διαπιστώνεται η μη συνδρομή των λόγων για τους οποίους επιβλήθηκε κάποιο από τα παραπάνω δικονομικά μέτρα.

Ακολουθεί σειρά νέων νόμων με τους οποίους ο νομοθέτης επιχειρεί κάθε φορά τον εκσυγχρονισμό, αλλά και την εξειδίκευση του θεσμού της προσωρινής κράτησης και των λοιπών περιοριστικών όρων στο σύνολό τους. Ενδεικτικά, με τον Ν.2207/94 αυξάνεται το απαιτούμενο κατώτατο όριο ποινής στα πλημμελήματα για την επιβολή προσωρινής κράτησης από τρεις μήνες σε ένα χρόνο, εξειδικεύεται ο όρος «ύποπτος φυγής» καθώς και η περιβόητη «επικινδυνότητα» του κατηγορουμένου που πλέον πρέπει να συντρέχουν για την επιβολή της προσωρινής κράτησης. Μετέπειτα με τους Ν.2408/1996, 3189/2003, 3345/2005 ο θεσμός μεταρρυθμίζεται και αποκρυσταλλώνεται σε μια τελική μορφή στην οποία έρχεται να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις το άρθρο 24 του πρόσφατου Νόμου 3811/18-12-2009, πάντα μέσα στα πλαίσια της προσπάθειας του νομοθέτη για εκσυγχρονισμό του θεσμού και εναρμόνισή του με το θεμελιώδες για το ουσιαστικό και δικονομικό ποινικό μας δίκαιο, τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου.

ΙΙΙ. ΤΟ ΑΡ. 24 ΤΟΥ Ν.3811/18-12-2009 ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΚΡΑΤΗΣΗ

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του πρόσφατου Ν. 3811/2009 ο οποίος μεταξύ των άλλων με το άρθρο 24 τροποποιεί τον ΚΠΔ ως προς τον θεσμό της προσωρινής κράτησης και της επιβολής περιοριστικών όρων, το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου που διαπνέει το ποινικό μας δίκαιο υπαγορεύει την τήρηση των ακόλουθων βασικών αρχών, σε κάθε στάδιο της ανακριτικής διαδικασίας και δη σε αυτό της επιβολής μέτρων δικονομικού καταναγκασμού. Πρόκειται για:

α) την αρχή της αναγκαιότητας, κατά την οποία η εκάστοτε ανακριτική πράξη οφείλει να λαμβάνει χώρα μόνο όταν -και καθόσον μέτρο- είναι αναγκαία για τη διερεύνηση των εγκλημάτων και την ανακάλυψη των δραστών,

β) την αρχή της απαγόρευσης του υπέρμετρου, η οποία επιτάσσει προσεκτική στάθμιση των εκάστοτε συνθηκών, ώστε να μην προσβάλλονται με τρόπο αφόρητο και αδικαιολόγητα τα έννομα αγαθά του κατηγορουμένου,

γ) την αρχή της αναγκαίας αναλογίας, κατά την οποία το μέτρο δικονομικού καταναγκασμού πρέπει να τελεί σε ανάλογη σχέση με τη βαρύτητα του φερόμενου ως τελεσθέντος εγκλήματος και

δ) την αρχή του προσήκοντος βαθμού υπονοιών, η οποία υπαγορεύει την αναλογία ανάμεσα στη βαρύτητα του δικονομικού μέτρου και την σοβαρότητα των ενδείξεων.

Με εμφανή τη διάθεση του νομοθέτη να ενσωματώσει τις ανωτέρω θεωρητικές αρχές στο σώμα μιας νομοθετικής ρύθμισης και επιθυμώντας να τονίσει ακόμα περισσότερο το εξαιρετικό («…μόνο αν…») της προσωρινής κρατήσεως, προτάσσεται η επιβολή των περιοριστικών όρων, ώστε να καταστεί σαφές ότι πρόκειται για το πρώτο μέτρο στο οποίο θα προστρέξει ο ανακριτής αν προκύπτει ανάγκη περιορισμού του κατηγορουμένου, κατατάσσοντας το μέτρο του δικονομικού καταναγκασμού της προσωρινής κρατήσεως ως ultimum refugium του δικαστικού λειτουργού. Ειδικότερα με το αρ.24 του Ν.3811/2009 τροποποιεί την παρ.3 του άρθρου 282 του ΚΠΔ ως εξής:

Προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί αντί για περιοριστικούς όρους –εάν αιτιολογημένα κριθεί ότι οι τελευταίοι δεν επαρκούν– εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, μόνο αν ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα και δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανόν, όπως προκύπτει από προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες του για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Εάν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη απειλείται στο νόμο με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη, προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί και όταν με βάση τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανόν να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Μόνο η κατά το νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή προσωρινής κράτησης.
Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον αιτιολογημένα κρίνεται ότι δεν επαρκούν οι περιοριστικοί όροι, μπορεί να επιβληθεί προσωρινή κράτηση και για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, αν προκύπτει σκοπός φυγής του κατηγορουμένου, με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Στην περίπτωση αυτή, το ανώτατο όριο της προσωρινής κράτησης είναι διάρκειας έως έξι μηνών.

Στα πλαίσια του νέου νομοθετικού καθεστώτος πρέπει να γίνουν οι εξής παρατηρήσεις σχετικά με τις τροποποιήσεις που εισάγονται:

Α. Η σχέση προτεραιότητας των περιοριστικών όρων έναντι της προσωρινής κράτησης παραμένει αναλλοίωτη και εισάγεται ρητά ανάγκη διπλής αιτιολόγησης της επιλογής του επαχθέστερου μέτρου δικονομικού καταναγκασμού. Η ανάγκη ρητής, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την οποία θα προκύπτει με σαφήνεια η απροσφορότητα των περιοριστικών όρων θα προηγείται της αντίστοιχης αιτιολόγησης συνδρομής των προϋποθέσεων προσωρινής κράτησης. Στο εξής λοιπόν απαιτείται ρητά να αιτιολογείται για πιο λόγο στη συγκεκριμένη περίπτωση η επιβολή περιοριστικών όρων δεν ήταν πρόσφορη για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 296 ΚΠΔ και στη συνέχεια να αιτιολογείται η διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων επιβολής προσωρινής κράτησης.

Β. Με τη νέα νομοθετική ρύθμιση, αναδιατυπώνονται τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις επιβολής ή διατήρησης της προσωρινής κράτησης ως ακολούθως:

1. Ο κίνδυνος φυγής: Διατηρείται το αντικειμενικό μοντέλο διάγνωσης του κινδύνου φυγής ως είχε, καθώς ο τελευταίος συντρέχει κάθε φορά που ο κατηγορούμενος διαζευκτικά δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα, ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του, ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόδικος, ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής. Επιπλέον απαιτείται ρητή αιτιολόγηση του σκοπού φυγής του κατηγορουμένου γεγονός που υποδηλώνει, αφενός ότι δεν αρκεί μόνο η διαπίστωση των λοιπών προϋποθέσεων για την επιβολή προσωρινής κράτησης, αφετέρου ότι εναρμονίζεται με τους σκοπούς του άρθρου 296 ΚΠΔ

2. Ο κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων:

i) Αναδιατυπώνεται και γίνεται αντικειμενικό πλέον το μοντέλο πιθανολόγησης του κινδύνου τέλεσης νέων εγκλημάτων. Ειδικότερα, ο εν λόγω κίνδυνος που παλαιότερα συνδεόταν με τον αξιολογικό και αόριστο όρο του «ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη» και είχε οδηγήσει στην διατύπωση του κριτηρίου των «ειδικώς μνημονευόμενων πραγματικών περιστατικών της προηγούμενης ζωής» του δράστη, πλέον αναδιατυπώνεται και αντικαθίσταται με από μία ασφαλέστερη προυπόθεση: τη διαπίστωση «προηγούμενων αμετάκλητων καταδικών για κακούργημα».Ετσι ως πραγματικά περιστατικά της προηγούμενης ζωής του δράστη δεν επιτρέπεται να αξιολογούνται συμπεριφορές συγκλίνουσες ή αποκλίνουσες από κοινωνικά μοντέλα, αλλά μόνο ειδικά περιστατικά που έχουν ποινική απαξία και είναι πραγματικά, αφού αποτυπώνονται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Τονίζεται δε ότι για την ορθή εφαρμογή του κριτηρίου, δεν αρκεί η απλή διαπίστωση της ύπαρξης προηγούμενων αμετάκλητων αποφάσεων, αλλά επιπλέον απαιτείται να διαλαμβάνεται σε ειδική πάντα αιτιολογία η αξιοποίηση των αιτιακών όρων, που συνδέονται με το ως άνω ποινικό παρελθόν και δικαιολογούν την εγγύζουσα τη βεβαιότητα κρίση για τη συνέχιση της εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και στο μέλλον.

ii) Το κριτήριο των «συγκεκριμένων χαρακτηριστικών» της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης καθώς και του κριτηρίου των «ιδιαίτερων» χαρακτηριστικών της επανεξετάζεται. Δημιουργείται πλέον νέο εδάφιο στο οποίο εμφατικά περιορίζεται το εύρος εφαρμογής του συγκεκριμένου κριτηρίου μόνο στα πολύ σοβαρά κακουργήματα, δηλαδή σε εκείνα για τα οποία απειλείται εκ του νόμου ποινή ισόβιας κάθειρξης, πρόσκαιρης κάθειρξης (5-20) ή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών (10-20 έτη), ενώ ρητά αποκλείονται τα ηπιότερα κακουργήματα, δηλαδή αυτά για τα οποία απειλείται ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης μέχρι δέκα ετών.

Γ. Αναδιατυπώνονται οι προϋποθέσεις επιβολής ή διατήρησης της προσωρινής κράτησης στην περίπτωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή. Προβλέπεται πλέον ότι πρόκειται για «εντελώς εξαιρετική» περίπτωση και εισάγεται και εδώ ανάγκη διπλής αιτιολόγησης κατά τρόπο ώστε να προκύπτει αφενός ο λόγος για τον οποίο οι περιοριστικοί όροι δεν αρκούν, αφετέρου το αναγκαίο της επιβολής της προσωρινής κράτησης. Περαιτέρω, προσδιορίζεται το αντικειμενικό κριτήριο της «υποψίας φυγής»,σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο και αποκλείεται από τις προϋποθέσεις επιβολής της προσωρινής κράτησης η πιθανολόγηση κινδύνου τέλεσης νέων εγκλημάτων. Καταργείται η μέχρι σήμερα προβλεπόμενη δυνατότητα τρίμηνης παράτασης της προσωρινής κράτησης μετά τη συμπλήρωση εξαμήνου στους εννέα μήνες. Στο σημείο αυτό λαμβάνεται υπόψη και το ότι ήδη στη παρ 2 του αρ.287 ΚΠΔ αποκλείεται η παράταση της προσωρινής κράτησης και κακουργήματα για τα οποία προβλέπεται ως πλαίσιο ποινής κάθειρξη έως δέκα έτη.

Δ. Το αρ.24 του Ν.3811/2009 τροποποιεί επιπρόσθετα και το πρώτο εδάφιο της παρ.1 του αρθρ. 287 ΚΠΔ ως εξής:

αν η προσωρινή κράτηση διαρκέσει έξι μήνες, ή στην εντελώς εξαιρετική περίπτωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή τους τρεις μήνες, το δικαστικό συμβούλιο αποφαίνεται με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμά του, αν πρέπει να απολυθεί ο κατηγορούμενος από τις φυλακές ή να εξακολουθήσει η προσωρινή κράτησή του

Εκ του ανωτέρω προκύπτει ότι πλέον και ειδικά για τη περίπτωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, προβλέπεται έλεγχος εξακολούθησης της προσωρινής κράτησης μετά τη συμπλήρωση τριμήνου.

Ε. Περαιτέρω, η παράγραφος 3 του άρθρου 24 του Ν. 3811/2009 αντικατέστησε το άρθρο 296 ΚΠΔ, προσδιορίζοντας εκ νέου τον σκοπό επιβολής περιοριστικών όρων, ο οποίος πλέον συνίσταται στο:

να αποτραπεί ο κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων και να εξασφαλιστεί ότι εκείνος στον οποίο επιβλήθηκαν θα παραστεί οποτεδήποτε στην ανάκριση ή στο δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της απόφασης

Οι αναφερόμενοι στο προ της τροποποιήσεως αρ.296 ΚΠΔ σκοποί της επιβολής περιοριστικών όρων αφορούσαν περιοριστικά την εξασφάλιση αφενός της παρουσίας του κατηγορουμένου στην ποινική διαδικασία και αφετέρου της δυνατότητας εκτέλεσης της απόφασης. Έτσι όμως δημιουργείται η εντύπωση ότι οι σκοποί αυτοί δεν βρίσκονται σε ταύτιση με τους αναγραφόμενους στο αρ.282 παρ3 ΚΠΔ σκοπούς της προσωρινής κράτησης μεταξύ των οποίων ρητά περιλαμβάνεται και ο προληπτικός σκοπός της παρεμπόδισης νέων εγκλημάτων (αναφορικά με τα κακουργήματα). Για τον λόγο αυτό ο νομοθέτης έκρινε αναγκαία την αντικατάσταση του αρ.296 ΚΠΔ ώστε οι σκοποί των περιοριστικών όρων να ταυτίζονται με εκείνους του αρ.282 παρ.3 για τα κακουργήματα. Η προσθήκη αυτή βεβαίως δεν αφορά την περίπτωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, αφού σε εξ’ αμελείας έγκλημα δεν μπορεί να γίνει λόγος για εγκληματοπροληπτικό σκοπό παρεμπόδισης νέων εγκλημάτων.

IV. ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

Α. Ως προς τον θεσμό της προσωρινής κράτησης

Η επιβολή της προσωρινής κρατήσεως, ως ακραίο μέτρο δικονομικού καταναγκασμού έχει διττή λειτουργία και δη: α) δικονομική λειτουργία, η οποία αποβλέπει στην εξασφάλιση της δίκαιης τιμωρήσεως του τυχόν ενόχου κατηγορουμένου και β) «προποινική» λειτουργία η οποία φέρει «μιαν ιδιόρρυθμον τιμωρητικήν απόχρωσιν» (Ν. Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, Τευχ. Α/1972, σελ. 22) «και θα πρέπει να μην χωρεί χάριν της γενικής και ειδικής προλήψεως, καλούμενη να ικανοποιήσει σκοπούς που βασικώς ικανοποιεί σήμερα η ποινή» (βλ. σχετ. Λ. Μαργαρίτη-Ν. Παρασκευόπουλου, Ποινολογία Β’ εκδ. 1989, σελ. 32 επ.) «αλλά θα πρέπει επιτέλους να απεμπλακεί αυτή από τα κατάλοιπα μιας κραταιάς παραδόσεως 150 περίπου ετών» (Ν. Κουράκης, Προσωρινή Κράτηση: Οι δυσλειτουργίες ενός θεσμού Π. Χρ. ΛΣΤ/625) «που τα πάντα σκίαζε η παλιά προφυλάκιση – προκαταβολική ποινή» (βλ. σχετ. προτάση του Αντιεισαγγελέως του Α.Π. Ε. Βορτσέλα στο υπ’ αριθ. 2527/90 βούλευμα του Συμβ. Εφ. Αθηνών, Π.Χρ. Μ/896), αφού αποτελεί «βαρείαν προσβολήν της ατομικής ελευθερίας ενός προσώπου το οποίο κατά τεκμήριο θεωρείται αθώον μέχρι της υπό του αρμοδίου Δικαστηρίου κηρύξεως της ενοχής και της καταδίκης του» (Βλ. Εισηγητική ‘Εκθεση του Σχεδίου Νόμου που έγινε τελικά ο πρωτοποριακός για την εποχή του Ν. 1128/81). Αξιοσημείωτη επί του θέματος παρουσιάζεται η υπ’ αριθ. 2974/9/28-11-95 και ιδίως η υπ’ αριθ. 2466/18/2-9-96 Εγκύκλιος του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου όπου: «Η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας με βάση ενδείξεις ενοχής και χωρίς να προηγηθεί η διεξαγωγή μιας δίκης δύσκολα μπορεί να συμβιβαστεί με το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου».

Ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι με την επιβολή του μέτρου της προσωρινής κράτησης εξασφαλίζεται η παρουσία του κατηγορουμένου καθ’ όλα τα στάδια της προδικασίας της κυρίας διαδικασίας, η έκτιση της ποινής που θα του επιβληθεί και η παρεμπόδιση αυτού από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, εντούτοις δεν ελλείπουν θέσεις επικριτικές κατά του θεσμού οι οποίες εστιάζονται στα εξής σημεία:

α) Ο κατηγορούμενος αποστερείται την προσωπική του ελευθερία, πριν τη διεξαγωγή μιας δημόσιας δίκης, κατά παράβαση του τεκμηρίου αθωότητας με τον κίνδυνο της προέκθεσης στις παρενέργειες του γενικού κατασταλτικού μηχανισμού αλλά και στον κίνδυνο υποσυνείδητων προκριμάτων από μόνη την υποβολή του στο μέτρο.

β) Η επιβολή της επαχθούς προσωρινής κράτησης ιδίως στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος αθωώνεται στη κύρια διαδικασία, επιφέρει ανεπανόρθωτη συχνά ηθική βλάβη και κοινωνικό στιγματισμό τόσο του ιδίου όσο και της οικογένειάς του, γεγονός που διαταράσσει ή και εξαρθρώνει την μετέπειτα πορεία του είτε αφορά την επαγγελματική του δραστηριότητα είτε την ενδοοικογενειακή συνοχή κ.λπ. Άξιες αναφοράς εν προκειμένω είναι οι εξής αποφάσεις που αφορούν περιπτώσεις αθώωσης κατηγορουμένων στους οποίους είχε επιβληθεί προσωρινή κράτηση και μετέπειτα κηρύχτηκαν αθώοι από το δικαστήριο της ουσίας:

i) η υπ’αριθμ.4514/2009 απόφ. του Ά.Τριμ.Εφ.Κακ.Αθ. η οποία αθωώνει τον κατηγορούμενο για υπεξαίρεση αντικειμένου μεγάλης αξίας, ΚΑΡΚΑΒΑΤΣΟ Μιχαήλ, σε συνδυασμό με την υπ’αριθμ.792 βούλευμα του Συμβ. Πλημ. που διατηρεί την ισχύ του 39/2006 εντάλματος σύλληψης που διατάσσει την προσωρινή κράτηση αυτού κατά την προδικασία

ii) η υπ’αριθμ.684,685 απόφ. ΜΟΕ η οποία αθωώνει τον κατηγορούμενο για απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση και παύει την ποινική του δίωξη για απλή σωματική βλάβη από πρόθεση, Ιωάννη ΧΑΜΠΑ, σε συνδυασμό με το υπ’αριθμ.19/2003 ένταλμα προσωρινής κράτησης που επιβάλλει την προσωρινή του κράτηση.

B. Ως προς τη νέα ρύθμιση

1) Παρά την επανάληψη του φαινομένου: «αποσπασματικών επεμβάσεων», στον βασικό κορμό του ΚΠΔ (τέθηκε σε ισχύ από 1.1.1951), πολλές φορές πολυδαίδαλων και ανεπιτυχών των τελευταίων 40 ετών, κυρίως για την αντιμετώπιση δυσλειτουργιών και αγκυλώσεων που είχαν επισημανθεί στο χώρο της απονομής της δικαιοσύνης οι παραπάνω νέες νομοθετικές ρυθμίσεις κινούνται προς την «ορθή δικαιοπολιτική κατεύθυνση».

2) ‘Oπως αβίαστα προκύπτει από την σε βάθος μελέτη της άκρως εμπεριστατωμένης, επιστημονικά, «αιτιολογικής έκθεσης» που αποτυπώνει την αυθεντική βούληση του νομοθέτη, αλλά και από τις άκρως ενδιαφέρουσες συζητήσεις στο Κοινοβούλιο, οι λύσεις που δίνονται σε χρονίζοντα και πολύπλοκα προβλήματα της πρακτικής των ποινικών δικαστηρίων αλλά και των ποινικών επιστημών, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως επιτυχείς που αντιμετωπίζουν, μερικά, τουλάχιστον από τα ακανθώδη προβλήματα που αναδύονται από τις σύγχρονες κοινωνικές εξελίξεις και πάντοτε σύμφωνα με «το κοινό περί δικαίου αίσθημα».

3) Ειδικότερα, το επαχθέστατο – εξαιρετικό μέτρο (extremum remedium) δικονομικού καταναγκασμού της «προσωρινής κράτησης» (δυστυχώς στη πραγματικότητα η προφυλάκιση εξακολουθεί να ζει και βασιλεύει, βλ. και Νικ. Ανδρουλάκη, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, εκδ. 1994, σελ. 15, 266επ. και ιδιαίτερα 279επ.), αντιμετωπίζεται πλέον όχι με βάση «αόριστες αξιολογικές εκτιμήσεις» που εφαρμόζονταν μέχρι σήμερα από τις ανακριτικές αρχές, αλλά διασφαλίζεται δραστικά η έρευνα και η ειδική και εμπεριστατωμένη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ (άρθρ. 239 ΚΠΔ) αιτιολογία, τόσο για την ανάγκη επιβολής περιοριστικών μέτρων όσο και πολύ περισσότερο για την ανάγκη επιβολής του μέτρου «της προσωρινής κράτησης» και πάντοτε με την απαρέγκλιτη τήρηση των θεμελιωδών αρχών «της αναγκαιότητας» (άρθρ. 282 ΚΠΔ) της «απαγόρευσης του υπέρμετρου» (άρθρ. 297 ΚΠΔ), της «αναγκαίας αναλογίας μεταξύ του επιβαλλόμενου μέτρου και της βαρύτητας της διωκόμενης αξιόποινης πράξης, όπως επίσης της προσφορότητας ή καταλληλότητας» της ανακριτικής δραστηριότητας για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Γιατί είναι αδικαιολόγητο να πιστεύουμε ότι τα σοβαρά προβλήματα της ελληνικής ποινικής δικαιοσύνης θα τα λύσουμε αυξάνοντας ακόμη περισσότερο το ποσοστό των προσωρινών κρατήσεων (βλ. Καλφέλη Γ., «Να μπαίνουν όλοι φυλακή;», εφ. «ΤΑ ΝΕΑ», 11-1-2010, σελ. 6).

4) Ο ανακαθορισμός και η σαφής εξειδίκευση της έννοιας του «υπόπτου φυγής» αφού πλέον απαιτείται η διαπίστωση του «σκοπού φυγής» και η ρητή αιτιολόγησή του, καθώς και ο καθορισμός της φύσεως και του μέτρου της αιτιολογίας του δικαστικού εντάλματος, ενώ στην θεωρητική τους αξιολόγηση δεν μεταβάλλουν το στίγμα της έννομης τάξης στα σημεία αυτά, παρόλαυτά παρέχουν την ελπίδα ότι θα αποβούν ευεργετικά στην πράξη, προς την κατεύθυνση που κινήθηκε ο νομοθέτης, ήτοι το δραστικό περιορισμό του αριθμού των προσωρινών κρατήσεων στο απαραιτήτως αναγκαίο μέτρο.

5) Η αντικατάσταση του κριτήριου των «ειδικώς μνημονευόμενων πραγματικών περιστατικών της προηγούμενης ζωής» του κατηγορουμένου, από την ασφαλή προϋπόθεση της ύπαρξης προηγούμενων αμετάκλητων καταδικών για κακούργημα εισάγει ορθά ένα αντικειμενικό πλέον μοντέλο για τη πιθανολόγηση του κινδύνου τέλεσης νέων εγκλημάτων. Επιπρόσθετα, η συστολική παρέμβαση του νομοθέτη ως προς το κριτήριο των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης καθώς και το κριτήριο των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της, μόνο στα κακουργήματα για τα οποία απειλείται ποινή ισόβιας κάθειρξης ή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών, αξιολογείται ως εύστοχη και αναγκαία. Είναι αλήθεια πως το συγκεκριμένο κριτήριο (συγκεκριμένων χαρακτηριστικών της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης καθώς και το κριτήριο των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της) έχει κατά καιρούς επικριθεί έντονα με τη βασική σκέψη ότι ουσιαστικά ο νομοθέτης εισήγαγε με αυτή τη διατύπωση, έμμεσα πλην σαφώς το στοιχείο της βαρύτητας της πράξης ως νομιμοποιητικό λόγο για την επιβολή της προσωρινής κράτησης, ενώ από την άλλη πλευρά προσπαθούσε να το αποτρέψει (βλ. Καλφέλη, ό.α.π., σελ17). Είναι χαρακτηριστικό ότι πάνω από το 90% των ενταλμάτων προσωρινής κράτησης επικαλούνται αυτό το λόγο, και μάλιστα στην ουσία αναιτιολόγητα, με απλή επανάληψη του κειμένου της διάταξης.

V. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Α. Σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο μετά την απολογία του κατηγορουμένου να μην αφεθεί αυτός ελεύθερος, ο εφαρμοστής του νόμου πρέπει πρώτα να ανατρέχει στη λύση των περιοριστικών όρων και μόνο αν πεισθεί αιτιολογημένα ότι αυτοί δεν αρκούν, να καταφύγει στην έσχατη λύση, το ultimum refugium, της προσωρινής κρατήσεως (υπ’αριθμ. 27/2005 διάταξη με την οποία γίνεται δεκτή αίτηση άρσης προσωρινής κράτησης και αντικατάστασης με περιοριστικούς όρους της Γ. ΠΡΑΠΠΑ, για την οποία προκύπτουν ενδείξεις ενοχής δεν διαφαίνεται όμως κίνδυνος διάπραξης άλλων εγκλημάτων).

Β. Να ικανοποιηθεί το πάγιο αίτημα της κράτησης των υποδίκων σε διαφορετικές φυλακές ή έστω σε διαφορετικούς κοιτώνες χωρίς καμία επικοινωνία με τους λοιπούς κρατουμένους και υπό όρους διαβίωσης ανάλογους προς την ελεύθερη διαβίωση μόνο με τους απολύτως αναγκαίους περιορισμούς της ελευθερίας τους, προς αποφυγή της πρόωρης υποβολής τους στην εγκληματογόνο διεργασία της ιδρυματικής υποκουλτούρας (αρ.12 Ν.1851/1989: προβλέπεται ωστόσο στην πρακτική δεν εφαρμόζεται ενόψει της κρατικής αδυναμίας να εφαρμόσει τις αντίστοιχες συνθήκες).

Γ. Δεδομένου του ότι η δικαστική πλάνη είναι ταυτόσημη με την ατελή φύση του ανθρώπου, δεν είναι δυνατόν να εξοβελισθεί εντελώς από το δικαιϊκό μας σύστημα, παρά μόνον να περιορισθεί κατά το δυνατόν στα προσήκοντα όρια. Στην αποτροπή δικαστικών πλανών μπορεί να βοηθήσει σημαντικά η συνεπής αλλά και υπεύθυνη εφαρμογή της αρχής “in dubio pro reo”, δηλ. «εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου», πράγμα που σημαίνει ότι ο δικαστής, κρίνοντας κατά τους κανόνες της εμπειρίας και του διανοείσθαι, οφείλει να προχωρεί σε αθώωση ή, κατά περίπτωση, σε επιεικέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, όταν οι αποδείξεις για την ενοχή, ή, αντίστοιχα, τη δυσμενέστερη μεταχείριση του τελευταίου είναι ανεπαρκείς.

Δ. Εφόσον όμως τελικά δεν αποτραπεί η δικαστική πλάνη και, ακόμη περισσότερο, εφόσον δεν αποσοβηθεί ο εγκλεισμός αθώου (πράγμα το οποίο, όσον αφορά την Ελληνική δικαιϊκή πραγματικότητα, φαίνεται να συμβαίνει, τουλάχιστον ως προς την προσωρινή κράτηση, σε ποσοστό περί το 5%), ο μόνος τρόπος για να αποκατασταθεί η διασαλευθείσα τάξη αλλά και η τρωθείσα προσωπικότητα του αθωωθέντος είναι να δοθεί σε αυτόν μια εύλογη αποζημίωση. Πράγματι με το άρθρο 26 του ν. 2915/2001 (ά. 533 επ. ΚΠΔ) εισάγεται πλήρες σύστημα ρυθμίσεων για την αποζημίωση των αθωωθέντων το οποίο εφαρμόζεται σε ικανοποιητικό βαθμό κατά τα τελευταία χρόνια1 και έπειτα αλλεπάλληλες καταδίκες στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου2. Για την καλύτερη λειτουργία του θεσμού ορθό θα ήταν, πάντως, να αυξηθεί το κατώτατο όριο αποζημίωσης (τούτο μπορεί να γίνει κατ’ ά. 536§2 ΚΠΔ απλώς με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης), καθώς τα 9-10 ευρώ ανά ημέρα που επιδικάζονται συνήθως – περί το ελάχιστο όριο – είναι προφανώς εξευτελιστικό ποσό για κάποιον που αποδεικνύεται στη συνέχεια ότι κρατήθηκε (και διασύρθηκε) χωρίς νόμιμο λόγο.

VΙ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Σε βραχυπρόθεσμη βάση, οι νέες τροποποιήσεις βρίσκονται στη «σωστή κατεύθυνση», συνιστάμενη στο ότι αποσκοπείται μέσω αυτών να εφαρμοστούν στην πράξη οι ανωτέρω αναφερθείσες αρχές της αναλογίας, της αναγκαιότητας, της απαγόρευσης του υπέρμετρου, της αναγκαίας αναλογίας μεταξύ του επιβαλλόμενου μέτρου και της βαρύτητας της διωκόμενης αξιόποινης πράξης, όπως επίσης της προσφορότητας ή καταλληλότητας κλπ. Περαιτέρω, δίνουν, σε πρακτικό επίπεδο, μία άμεση λύση σε πρακτικά ζητήματα που γεννώνται από τις δυσλειτουργίες του σωφρονιστικού μας συστήματος. Το να σταθεί, όμως, κανείς στο ότι δόθηκε μία, πρόσκαιρη, ίσως λύση σε ζητήματα, όπως είναι για παράδειγμα η συμφόρηση των φυλακών, θα αδικούσε τόσο την πρόθεση του νομοθέτη όσο και όλους μας, ανεξαρτήτως της νομικής μας ιδιότητας. Και τούτο διότι, πέρα από αυτήν, πέρα από αρχές και προβλέψεις, το ποινικό δίκαιο, ως κατ’ εξοχήν ανθρωποκεντρικό, θα πρέπει να είναι προσανατολισμένο στην προστασία του ατόμου από την αυθαιρεσία και από την στέρηση της ελευθερίας του επί τη βάση σκοπιμοτήτων ή φόβων και στην προάσπιση ελευθεριών και δικαιωμάτων, ταυτοσήμων με την ίδια την φύση του ανθρώπου. Στα πλαίσια αυτά, η ίδια η καθημερινή εφαρμογή των υπαρχουσών διατάξεων σχετικά με την προσωρινή κράτηση είναι αυτή που θα δικαιώσει ή όχι την τρέχουσα επιλογή του νομοθέτη και θα απαντήσει στο εάν επετεύχθησαν ή όχι οι σκοποί και της τελευταίας μεταρρύθμισης.

_____________________________________
* To παρόν κείμενο είναι μέρος της ομιλίας του κ. Θεόδωρου Π. Μαντά στην Επιστημονική Διημερίδα της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων και του Δικηγορικού Συλλόγου Καλαμάτας στην Καλαμάτα στις 14 και 15 Μαΐου 2010
1 Χαρακτηριστικά αναφέρονται οι εξής αποφάσεις: Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, απόφ. 973/2001 (επιδίκαση αποζημίωσης 8,8 € ανά ημέρα σε αθίγγανο που κρατήθηκε επί 10 μήνες και 27 ημέρες λόγω συνωνυμίας με συγγενή του), Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, απόφ. 508/2002 (επιδίκαση αποζημίωσης 15 € ανά ημέρα σε κατηγορούμενο που κρίθηκε δυο φορές ένοχος και κρατήθηκε για την ίδια πράξη). Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, απόφ. 132/2003 (επιδίκαση αποζημίωσης 9 € ανά ημέρα για προσωρινή κράτηση και έκτιση ποινής -συνολικά- 478 ημερών μετέπειτα αθωωθέντος)
2 για παράβαση του ά. 5§5 ΕΣΔΑ στις εξής υποθέσεις: Γεωργιάδης κατά Ελλάδος (απόφ. ΕΔΔΑ 29.5.1997), Τσίρλης και Κουλούμπας κατά Ελλάδος (απόφ. ΕΔΔΑ 29.5.1997), Γούτσος κατά Ελλάδος (απόφ. Ευρ. Επιτρ. ΔΑ 16.4.1998), Andy Sinnesael κατά Ελλάδος (απόφ. Ευρ. Επίτρ. ΔΑ 15.4.1999).

pdf Κατεβάστε το άρθρο σε μορφή PDF (601 kB)